Αρχαίες Ελληνικές Πανοπλίες

Αρχαϊκη εξάρτυση Σπαρτιάτη

6ου π.Χ.

Παρόλο την δημοφιλία που απολαμβάνει ο Σπαρτιάτης οπλίτης (6ος -5ος π.Χ αιώνα), η ολοκληρωμένη εικόνα της αμυντικής εξάρτυσης του παραμένει λίγο πολύ νεφελώδης ακόμα και σήμερα. Αυτό διότι δυστυχώς δεν έχουμε στην διάθεση μας αρκετές αυθεντικές καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις αλλά και αρχαιολογικά ευρήματα που να συνδέονται με το κεφάλαιο αυτό. Οι Σπαρτιάτες, σε αντίθεση με τους Αθηναίους, λόγω της μυστικοπάθειας τους γενικά απέφευγαν να αναπαριστούν τους εαυτό τους σε μάρμαρο ή μπρούτζο. Παρόλο αυτά, μία βαθύτερη επισκόπηση στα υπάρχοντα και δημοσιευμένα ευρήματα είναι δυνατόν να μας αποκαλύψει την ιστορική εικόνα του Σπαρτιάτη Οπλίτη η οποία σαφώς διαφέρει από αυτή της κινηματογραφικής πραγματικότητας. Ένα ολοκληρωμένο σύνολο Σπαρτιάτη οπλίτη βρίσκεται ήδη υπό κατασκευή. Προς το παρόν η περιγραφή αναφορά μονάχα τον θώρακα του κορμού.

Στο εμπρόσθιο ημιθωράκιο παρατηρεί κανείς σε πλήρη ανάπτυξη όλα τα τυπικά ανατομικά χαρακτηριστικά των Αρχαϊκών πανοπλιών του 6ου π.Χ αιώνα, δηλ. την τριγωνική ανάπτυξη του νεανικού ρωμαλέου ανδρικού σώματος, τις τονισμένες ακρογραμμές του μυώδους ανδρικού στήθους, την κοιλιακή αψίδα και την κατακόρυφη alba linea στο μέσο αυτής. Το ευμεγέθες επικλινές γείσο στο κάτω μέρος της περιφέρειας του θώρακα, προορίζεται για την αναχαίτιση των πιθανών πληγμάτων που κατευθύνονται στην βουβωνική χώρα. Το γείσο αποτελεί ξεχωριστό κομμάτι, που ενσωματώνεται στο κύριο κορμό με την βοήθεια σιδερένιων πριτσινιών. Η περιοχή των ώμων καλύπτεται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από τον θώρακα και είναι στο σημείο αυτό που όλο το βάρος του μεταφέρεται στο σώμα του οπλίτη.

Εντύπωση προκαλεί η αναδίπλωμένη πτυχή στο εμπρόσθιο «κολάρο» του λαιμού, μία πολύ εξειδικευμένη προσθήκη, που αποσκοπεί στην αποτελεσματικότερη ανακοπή πληγμάτων που έχουν ως στόχο την ευαίσθητη περιοχή του λαιμού. Σε αντιστοιχία, στο πίσω μέρος του θώρακα, ένα παραπέτασμα ύψους πέντε πόντων ορθώνεται καλύπτοντας τα ρίζα του οπίσθιου μέρους του λαιμού (καταυχένιο). Το οπίσθιο θωράκιο χαρακτηρίζεται συνολικά από την τριγωνική ανάπτυξη του (στενή μέση και φάρδεμα της πλάτης), καθώς και από την σκιαγράφηση βασικών μυικών ομάδων, που μιμούνται έστω και δειλά τους μυώνες του γυμνασμένου ανθρώπινου σώματος. Το τέλος του 6ου αιώνα στην Ελλάδα σηματοδοτεί μεταξύ άλλων και το τέλος της ακινησίας των ανθρώπινων μορφών γεγονός, που μπορεί να ανιχνευτεί στην τέχνη της εποχής. Τα δύο ημιθωράκια ασφαλίζουν με ένα σύστημα ταχείας ασφαλίσεως –απασφαλίσεως, γεγονός που επιτυγχάνεται διαμέσου τεσσάρων ζευγών μεντεσέδων˙ δύο ευμεγέθη ζεύγη πλευρικών μεντεσέδων και ένα ζεύγος για κάθε ώμο ξεχωριστά στο ύψος του λαιμού. Το υλικό που χρησιμοποιήθηκε για την ανακατασκευή του θώρακα είναι χαλκός πάχους 1,5 χιλιοστών.

Εσωτερικά, τα τοιχώματα της πανοπλίας έχουν επενδυθεί με παχύ στρώμα υφάσματος, αφενός για την μηχανική προστασία του σώματος από την απευθείας επαφή με το μέταλλο, αφετέρου για την προστασία της επιδερμίδας από τα εγκαύματα του πυρωμένου κάτω από τον ήλιο θώρακα. Η άνωθεν φωτογραφία πάρθηκε κατά το τελικό στάδιο περάτωσης της πανοπλίας.

Άρθρα - Νέα

Aπό τον Αγαμέμνονα στον Θησέα. Μία ερμηνευτική απόπειρα δια μέσου των «Σφυρήλατων»

Aπό τον Αγαμέμνονα στον Θησέα. Μία ερμηνευτική απόπειρα δια μέσου των «Σφυρήλατων»

Πολύ συχνά προκύπτει το ερώτημα για το κατά πόσο η επιλογή ενός ολομεταλλικού θώρακα (αρθρωτού ή μη) κρίνεται καταλληλότερη σε σύγκριση με έναν οργανικό θώρακα (σύνθετου ή μη) και δευτερευόντως, ποιος από τους δύο αυτούς τρόπους θωράκισης ήταν πιο προσφιλής στους Έλληνες της Ηπειρωτικής Ελλάδος από τον 15o μέχρι τον 5ο π.Χ αιώνα.

Πληθυσμιακή εκτίμηση της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Πληθυσμιακή εκτίμηση της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Οι κοινωνικές, οικονομικές και πνευματικές δομές και απαγορεύσεις της Αρχαιότητας και των μέσων χρόνων δεν άφηναν περιθώρια για την αυτόνομη ανάπτυξη της στατιστικής επιστήμης και την εφαρμογή της στον δημογραφικό τομέα.

Υγρό πυρ

Υγρό πυρ

Υπάρχουν πολλές ονομασίες για τον εμπρηστικό μηχανισμό των Βυζαντινών προερχόμενες από το λεξιλόγιο των φυλών (Βούλγαροι, Άραβες, Ρώσοι) που κατά περιόδους γνώρισαν την επεργειά του, «θαλάσσιο πυρ», «υγρό πυρ», «τεχνητό πυρ», «κατασκευασμένο πυρ».