Αρχαίες Ελληνικές Πανοπλίες

Θώρακας Φιλίππου

Ο θώρακας βρέθηκε ανάμεσα στα άλλα κτερίσματα του σπουδαιότερου από τους Μακεδονικούς Τάφους της Μεγάλης Τούμπας στην Βεργίνα κατά την ανασκαφή του καθηγητή Μανώλη Ανδρόνικου το 1977 μ.Χ. Αναφερόμαστε στον θώρακα που βρέθηκε στο μεγάλο δωμάτιο του τάφου του Φιλίππου Β΄ (359-336 π.Χ). Σήμερα βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Βεργίνας και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εκθέματα.

Λόγω της πολύ άσχημης κατάστασης που βρέθηκε(λόγω οξειδώσεως), δεν μπορούμε να έχουμε πλήρη εικόνα για το πως μπορούσε να έμοιαζε αρχικά. Ο θώρακας δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά από τις Μουσειακές αρχές και εκτός από την σύντομη περιγραφή του ίδιου του Ανδρόνικου δεν υπάρχουν διαθέσιμες άλλες πληροφορίες ούτε έχει γίνει κάποια απόπειρα αναδημιουργίας του από το Μουσείο.

Σίγουρα πρόκειται για έναν υβριδικό θώρακα που συνδυάζει τους δύο κυριότερους τύπους θωράκισης της Ελληνικής αρχαιότητας, τον λινοθώρακα και τον ολομεταλλικό θώρακα (Plate). Στην ουσία πρόκειται για έναν μεταλλικό λινοθώρακα. Δεν ξέρουμε αν ήταν σε ευρεία κυκλοφορία την εποχή εκείνη, το πιθανότερο ήταν ότι αποτέλεσε έναν θώρακα γεμάτο ιδιαιτερότητες και καινοτομίες. Αποτελείται από επτά σιδερένια τμήματα, πέντε από αυτά αποτελούν τον κορμό και τα άλλα δύο τις επωμίδες. Τα τμήματα του κορμού ενώνονται μεταξύ τους στα άκρα τους με τέσσερις κάθετους επιμήκης μεντεσέδες σχηματίζοντας ένα σιδερένιο παραλληλόγραμμο κέλυφος γύρω από το σώμα. Πίσω από την ορθογώνια θωρακική επιφάνεια, βρίσκεται ένα σιδερένιο πλαίσιο το οποίο στηρίζει ένα δερμάτινο «μαξιλάρι» που έρχεται σε επαφή με το στέρνο και την κοιλιά του φορέα του. Οι δύο επωμίδες ξεκινάνε από το άνω μέρος της ραχιαίας επιφάνειας (αριστερά και δεξιά του αυχένα ) , περνώντας σαν γέφυρες πάνω από τους ώμους και καταλήγοντας στο άνω θωρακικό τμήμα της πανοπλίας.

Σε όλες τις άκρες των τμημάτων του κορμού και των επωμίδων έχουν επικολληθεί με πριτσίνια μπρούτζινες διακοσμητικές ταινίες (στο αυθεντικό είναι φιλοτεχνημένες από ελάσματα χρυσού) με επαναλαμβανόμενα μοτίβα , ένα είδος κυματίου που απαντάται αρκετά συχνά ως διάκοσμος σε κτήρια και ζωγραφικές αναπαραστάσεις.

Η ασφάλιση του θώρακα γίνεται με παρόμοιο τρόπο όπως συμβαίνει στον λινοθώρακα δηλ. με ένα σύστημα τεσσάρων ζευγαριών από κρίκους, δύο ζεύγη στο εμπρόσθιο τμήμα και άλλα δύο στην αριστερή υπομασχάλια περιοχή. Όλοι οι κρίκοι στηρίζονται σε λεοντόσχημες βάσεις οι οποίες ενώνονται μόνιμα με την σιδερένια επιφάνεια με πριτσίνια. Στις άκρες των δύο επωμίδων βρίσκονται δύο τέτοιοι κρίκοι και με την χρήση δερμάτινων ιμάντων συγκρατούνται με τους αντίστοιχους κρίκους στήριξης στην άνω θωρακική περιοχή. Το ίδιο συμβαίνει και στον οριζόντιο άξονα ασφάλισης στην αριστερή υπομασχάλια περιοχή. Η εξωτερική επιφάνεια όλων των σιδερένιων επιφανειών έχει επενδυθεί με πορφυρό δέρμα, ενώ η εσωτερική με μάλλινο υπόστρωμα και φόδρα από μετάξι.

Οι πτέρυγες είναι δερμάτινες διπλής σειράς, στα πλάγια τοιχωματά τους φέρουν πορφυρή επένδυση ενώ στο κάτω άκρο φέρουν κρόσσια. Ο αρχικός τρόπος σύνδεσής τους με τον κυρίως κορμό είναι άγνωστός, στην προκειμένη περίπτωση πραγματοποιήθηκε με μπρούτζινα πριτσίνια με διακοσμημένη κεφαλή. Για αναλυτικότερη περιγραφή, διαβάστε εδώ.

Άρθρα - Νέα

Aπό τον Αγαμέμνονα στον Θησέα. Μία ερμηνευτική απόπειρα δια μέσου των «Σφυρήλατων»

Aπό τον Αγαμέμνονα στον Θησέα. Μία ερμηνευτική απόπειρα δια μέσου των «Σφυρήλατων»

Πολύ συχνά προκύπτει το ερώτημα για το κατά πόσο η επιλογή ενός ολομεταλλικού θώρακα (αρθρωτού ή μη) κρίνεται καταλληλότερη σε σύγκριση με έναν οργανικό θώρακα (σύνθετου ή μη) και δευτερευόντως, ποιος από τους δύο αυτούς τρόπους θωράκισης ήταν πιο προσφιλής στους Έλληνες της Ηπειρωτικής Ελλάδος από τον 15o μέχρι τον 5ο π.Χ αιώνα.

Πληθυσμιακή εκτίμηση της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Πληθυσμιακή εκτίμηση της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Οι κοινωνικές, οικονομικές και πνευματικές δομές και απαγορεύσεις της Αρχαιότητας και των μέσων χρόνων δεν άφηναν περιθώρια για την αυτόνομη ανάπτυξη της στατιστικής επιστήμης και την εφαρμογή της στον δημογραφικό τομέα.

Υγρό πυρ

Υγρό πυρ

Υπάρχουν πολλές ονομασίες για τον εμπρηστικό μηχανισμό των Βυζαντινών προερχόμενες από το λεξιλόγιο των φυλών (Βούλγαροι, Άραβες, Ρώσοι) που κατά περιόδους γνώρισαν την επεργειά του, «θαλάσσιο πυρ», «υγρό πυρ», «τεχνητό πυρ», «κατασκευασμένο πυρ».